Παρασκευή, 9 Μαΐου 2008

Σάπιος Αίσωπος

Να εξηγούμαστε. Δεν είναι δικό μου. Το έριξε σήμερα το απόγευμα ένας θαμώνας παλικάρι, ο Δήμος. Άρεσε αρκετά και επειδή μέχρι αύριο θα το έχω ξεχάσει, ας το μεταφέρω όπως το θυμάμαι στο περίπου.

Αρχές καλοκαιριού.
Ο Μέρμηγκας ο δουλευταράς βρισκόταν ήδη στα χωράφια, ώστε να μαζέψει προμήθειες για τον διαφαινόμενο βαρύ χειμώνα. Από εκεί περνούσε ο μοναδικός δρόμος προς τα μπαράκια της παραλίας.
Η τουριστική περίοδος είχε ξεκινήσει. Μόλις σκοτείνιαζε, κόσμος πολύς κατηφόριζε προς τα φώτα στην άμμο. Κανένας τους δεν σταματούσε να μιλήσει του ταλαίπωρου χαμάλη.
Μονάχα ο Τζίτζικας ο easy going κι αυτό επειδή ήταν κοντοχωριανοί. Αραχτός στο τζιπάκι το κάμπριο, προσπαθούσε να του μεταφέρει μυρωδιά από τις απλές χαρές της ζωής.
Σταματούσε μπροστά του και χαμηλώνοντας την μουσική, έκανε απόπειρες μήπως και καταφέρει να τον αποσπάσει από τις βαρετές ασχολίες του.
Ιούνιος…
-Φιλάρα, έφτασαν τα πρώτα γκρουπ! Θα έρθεις να χτυπήσουμε κανά γκομενάκι ;
-Άσε με βρε Τζίτζικα. Μόλις τέλειωσα το πότισμα. Ψάξε για άλλον.

Ιούλιος…
Ο Τζίτζικας μαζί με ένα τσαρτεροτσόλι.
- Μερμηγκάκο, όλα εντάξει. Μήπως γουστάρεις τίποτε… παρτουζίτσες ;
- Τι μου λες τώρα ; Όλο το πρωί μάζευα σπόρια.

Αύγουστος…
Ο Τζίτζικας αγκαλιά με δυο καλλονές.
-Άντε, ανέβα. Έχει αρκετές και για τους δυο μας!
-Με τίποτα. Δεν σταμάτησα να θερίζω.

Σεπτέμβρης…
Αφού εξάντλησε κάθε πειρασμό, ο Τζίτζικας κουβάλησε ένα «τρελό» αγόρι.
-Πσσστ… ο Τιτής από εδώ έχει ανοικτούς ορίζοντες…
-Αδύνατον, έχω ακόμα πολλά σακιά για φόρτωμα.

Κάπως έτσι, άλλη μια σεζόν έληξε και το φτασμένο φθινόπωρο βρήκε τον ξενέρωτο Μέρμηγκα δίχως χαρά στα σκέλια.
Έπειτα, χειμώνιασε αρκετά. Έριξε πολύ νερό, φύσηξε βοριάς που όταν κόπασε, άφησε το χιόνι να σκεπάσει το ερημωμένο χωριό.
Ο Μέρμηγκας φορούσε την ρόμπα και μπροστά στο αναμμένο τζάκι απολάμβανε επιτέλους τον θερινό του μόχθο. Κάτι έλειπε όμως…
Φαινόταν πως περίμενε την δικαίωση. Να εμφανιστεί εξαθλιωμένος ο Τζίτζικας. Τότε θα είχε ότι χρειαζόταν για να ηθικολογήσει εις βάρος του. Να κατακρίνει την ρέμπελη ζωή του και να εκδικηθεί για όλη την καζούρα που είχε υποστεί.
Βέβαια, ως τίμιος καλοκάγαθος εργάτης, θα τον βοηθούσε όσο έπρεπε για να μην ξεψυχήσει ολομόναχος στο πεζοδρόμιο από το πολικό ψύχος.
Να του δώσει ένα σωστό μάθημα ζωής…
Όντως, όταν το χωριό αποκλείστηκε και άδειασαν τα ράφια από τα σουπερμάρκετ, η πόρτα χτύπησε μέσα στη νύχτα.
-Άνοιξε μίζερε Μέρμηγκα. Είδα φως. Ξέρω πως είσαι μέσα…
Αφού παίρνει στάση θριαμβευτή κορδώνοντας το κορμί του, εκείνος ενδίδει και μετά από κάμποσες παρεκκλίσεις ανοίγει.
-Που είσαι τόση ώρα ;
-Τώρα εκλιπαρείς για τροφή άθλιε Τζίτζικα!
Η εικόνα που αντίκρισε δεν έμοιαζε καθόλου με αυτή που είχε βιαστεί να απεικονίσει με τον ορθολογικό του νου. Ο Τζίτζικας, φορώντας σκουφάκι ρασταφαριανό και trendy σακάκι, κρατούσε αγκαλιά δυο κουκλάρες.
-Σκέφτηκα, τώρα που δεν κατεβαίνεις στα χωράφια μήπως ψήνεσαι για… Αράχωβα!
-Μα… αλλιώς μου τα είχε πει ο Αίσωπος! Πως γίνεται ;;;
-Βρε ‘συ. Έχει ξεσκιστεί να γράφει παραμύθια! Έλα… σήκω. Κι αυτός εκεί θα είναι!
-Άσε μωρέ… Μόνο, αν τον δεις… Κάνε μου μια χάρη…
-Ότι θέλει το φιλαράκι μου!
-Σε παρακαλώ, πες του Αίσωπου πως είναι… πολύ μαλάκας!

Περίεργη μέρα… ήρθε και έδεσε!
Αφιερωμένο…

2 σχόλια:

Αψλός είπε...

Α που χει και κακοπερνά
άδικο να του λάχει!
Ήντα τα θέλει τα λεφτά
στην τράπεζα να τα χει??

thinkpo8 είπε...

Γειά σου ρε Δύο Παρά!
Αν και το τραγούδι που με χαρακτηρίζει τελευταία παίχτηκε ήδη στο φετιβάλ Θεσ/νίκης.
Είχε τίτλο:
"Η μπαλάντα του Μ..."
Αλλού υπάρχει έλλειμα!