Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2008

Τα εννιάμερα της καβάντζας

Μια απρόσμενη συνάντηση.
Τους διέκρινα από μακριά.
Συγκεντρωμένοι και σκυθρωποί ψιθύριζαν σε αυτοσχέδια πηγαδάκια.
Πέντε, είκοσι, πενήντα, έπειτα έχασα το μέτρημα.
Κάτι έλεγαν, δύσκολο να ακούσω.
Πλησιάζω και βλέπω φάτσες γνώριμες.
Απαρτία.
Η περιέργεια δεν μου άφησε περιθώρια καταμέτρησης.
Τι συμβαίνει ρε παιδιά;
Προς στιγμή κοίταξαν και συνέχισαν προσηλωμένοι να κουβεντιάζουν.
Η παλάμη τους κολλούσε στα μισόκλειστα χείλη.
Μιλούσαν σχεδόν συνωμοτικά.
Τόσο μυστικό;
Έψαξα μέχρι που βρήκα τους πιο ευάλωτους.
Αυτούς που θα υπέκυπταν απέναντι στα ερωτηματικά μου.
Εκείνους που προτιμούν να αποκαλύπτουν παρά να φυλάσσουν.
Τι έγινε;
Πλευρίζω έναν πολυλογά.
Άσε, δεν έμαθες τίποτα;
Πόσο μου την σπάνε οι απαντήσεις με ερωτηματικό.
Υπομονή και επιμονή.
Μέχρι που απειλώ με φυγή.
Κάτσε. Που πας;
Δεν αντέχω άλλο.
Πέθανε η καβάντζα.
Τι; Που; Πως;
Ξαφνικά και μόνη. Δεν το πήρε χαμπάρι κανείς.
Έχει καιρό; Μεσ’ τα Χριστούγεννα;
Άγνωστο. Εμείς τη βρήκαμε όταν την αναζητήσαμε.
Σε προχωρημένη σήψη.
Μα γιατί δε μου το είπατε;
Ξέραμε πως θα σ’ έπαιρνε από κάτω.
Την αγαπούσα τη καβάντζα!
Όπως όλοι μας.
Και τώρα; Στη κηδεία βρέθηκα;
Μπα, όχι. Μόλις ολοκληρώθηκαν τα εννιάμερα.
Φτου ρε πούστη μου!
Ηρέμησε, πάει τέλειωσε.
Έπρεπε να το κρατήσετε κρυφό;
Έλα που κάνεις τον ανυποψίαστο…
Βέβαια., όποιος τη συναντά συνήθως δεν το λέει πουθενά.
Μέχρι πρότινος.
Ακόμη και στο ύστατο χαίρε; Τόση μυστικοπάθεια;
Δεν είσαι ο μόνος που το αγνοεί.
Και οι υπόλοιποι; Δεν τους αξίζει να μάθουν;
Αποφύγαμε τον συνωστισμό.
Και αν χρειαστεί να την ψάξουν;
Τότε θα φτάσουν έως την αλήθεια.
Και η αλήθεια πονάει.
Τουλάχιστο που μοιράζουν κόλυβα; Για τη συγχώρεση.
Άδικος κόπος. Τέλειωσαν.
Πάντα έτσι η καβάντζα.
Ναι η καημένη. Έδινε πολλά, φρόντιζε για λίγους.
Τι κρίμα.
Θέλεις να δεις που την έθαψαν;
Εννοείται.
Κοίτα γύρω σου.
Που;
Παντού. Στους δρόμους, στα σπίτια, στα μαγαζιά.
Ούτε μια κηδεία της προκοπής δεν αξιωθήκατε να κάνετε.
Είσαι λάθος.
Ρε μαλάκες! Τη λάτρευα!
Πάλι τα ίδια…
Κι αν θέλω να την αποχαιρετήσω;
Να κοιτάξεις ψηλά.
Δίκιο έχεις. Στον ουρανό.
Πες μου, τη βλέπεις;
Δυσκολεύομαι. Νομίζω πως ψιχαλίζει.
Κι όμως τη βλέπεις!
Προέκυψε πολύ ξαφνικό για μεταφυσικές αναζητήσεις.
Σε καταλαβαίνω. Αν βρέξει, τι θα κάνεις;
Μάλλον θα γυρίσω σπίτι.
Θα στεγνώσεις τα ρούχα και θα μείνεις προφυλαμένος.
Ναι, πιθανόν.
Ίσως ανοίξεις το ψυγείο, θα αντικρίσεις τους λογαριασμούς.
Ίσως δεις τηλεόραση, θα αντιληφθείς την μαυρίλα.
Πολλά μπορεί να κάνεις στο σπίτι.
Βέβαια. Εκτός από ένα.
Δηλαδή;
Θα υπάρξει στιγμή που θα καταλήξεις σε αδιέξοδο.
Και τι μ’ αυτό;
Τότε θα ζητήσεις τη καβάντζα.
Αφού πέθανε.
Έλα ντε! Κατάλαβες τώρα γιατί δε τη θάψαμε;
Πάλι. Είναι άσκοπο να προσβλέπεις σε κάτι που δεν υφίσταται.
Η ελπίδα φίλε μου. Η προσμονή και η αναζήτηση.
Ποια ελπίδα ρε βαρεμένε; Η καβάντζα πε-θα-νε!
Σίγουρα. Σύντομα όμως θα το ξεχάσεις.
Γιατί;
Επειδή σπάνια συνειδητοποιούμε την απώλεια.
Αχ βρέχει. Είδες;
Φύγε να προλάβεις. Τρέχα μη γίνεις μούσκεμα.
Αυτό θα κάνω. Αντίο.
Να θυμάσαι τι είπαμε.
Ποιο απ’ όλα; Ήταν τόσα πολλά…
Η καβάντζα δε θάφτηκε ποτέ.
Ούτε το έμαθαν όλοι.
Μείνε ήσυχος. Δεν θα στεναχωρήσω κανέναν.
Και μην αμελείς να ρίχνεις ματιές τριγύρω.
Ξέρω. Στους δρόμους, στα σπίτια, στα μαγαζιά.
Είπα δίχως να υποσχεθώ τη σιωπή μου.
Τα μαλλιά έσταζαν τη βροχή στο πρόσωπο.
Βήματα γρήγορα μέχρι το κοντινότερο στέγαστρο.
Χάλια επέστρεψα πίσω.
Άλλαξα και χάζευα από το παράθυρο του διαμερίσματος.
Οι άτυχοι περαστικοί λιγόστευαν όσο δυνάμωνε η βροχή.
Έφτιαξα καφέ και άνοιξα μια εφημερίδα.
Όμως δεν μπορούσα να διαβάσω τίποτα.
Η σκέψη μου στο πριν.
Βρε, τι έπαθε η φουκαριάρα η καβάντζα…
Είχε ακόμα τόσα να προσφέρει…
Κρίμα.

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2008

Τρέχουν τα παιδιά, μέσα στο χιονιά

Ενόψει των καλύτερων χειρότερων γιορτών των τελευταίων ετών, ας μοιραστώ με όλους τους αναγνώστες τις καθιερωμένες ευχές.
Υγεία, ευτυχία και εν δυνάμει ευημερία.
Μην ξεχνάτε πως όλοι μαζί ενωμένοι και αγαπημένοι, είναι δυνατό να νοιώσουμε την θέρμη που αναβλύζουν αυτές τις άγιες μέρες.
Θυμηθείτε πως έστω και προσωρινά γίνεται να κλείσετε το κουτί, να παγώσετε την μνήμη και να αξιοποιήσετε αλησμόνητες στιγμές συντροφιά με τους οικείους σας.
Για εκείνους που μάλωσαν με την παιδική τους ηλικία, ας επαναφέρω ένα πασίγνωστο τραγουδάκι των ημερών.
Χρόνια πολλά, ρεμάλια!
(Το credit της κάρτας σε εκείνους που μου την έστειλαν, ευχαριστώ πολύ)
...

Τρίγωνα κάλαντα σκόρπισαν παντού
κάθε σπίτι μια φωλιά του μικρού Χριστού έεϊ !!!
Τρίγωνα κάλαντα μες στη γειτονιά,
ήρθαν τα Χριστούγεννα κι η Πρωτοχρονιά.

Άστρο φωτεινό θα ’βγει γιορτινό
μήνυμα να φέρει απ΄ τον ουρανό.
Άστρο φωτεινό θα ’βγει γιορτινό
μήνυμα να φέρει απ’ τον ουρανό.

Τρίγωνα κάλαντα στο μικρό χωριό
και χτυπά Χριστούγεννα το καμπαναριό έεϊ !!!
Τρίγωνα κάλαντα στο μικρό χωριό
και χτυπά Χριστούγεννα το καμπαναριό.

Τρέχουν τα παιδιά μέσα στο χιονιά,
ήρθαν τα Χριστούγεννα κι η Πρωτοχρονιά .
Μες στη σιγαλιά ανοίγει η αγκαλιά
κι έκαν’η αγάπη στην καρδιά φωλιά

Τρίγωνα κάλαντα σκόρπισαν παντού
κάθε σπίτι μια φωλιά του μικρού Χριστού έεϊ !!!
Τρίγωνα κάλαντα στο μικρό χωριό
και χτυπά Χριστούγεννα το καμπαναριό.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2008

Θεός φυλάξει την βασίλισσα

Απ’ έξω πριγκίπισσα, από μέσα πανκιό του κερατά.
Αυτή είναι μάλλον η συντομότερη περιγραφή μιας μορφής που γνώρισα και έζησα πριν μερικά χρόνια. Αν δε μαλακιζόταν ασύστολα και εκμεταλλευόταν τις διασυνδέσεις της, η Κρουέλα θα μπορούσε να είναι σήμερα πρωτοκλασάτη φωτογράφος.
Ναι, βέβαια. Αν κατά διαστήματα διαβάζετε τα σχόλια, για την ίδια Κρουέλα μιλάμε!
Κάποτε, δεν θυμάμαι ακριβώς πότε, βρισκόταν σε νησί για δουλειά. Κατά την παραμονή της, είχε ξεσπάσει μια καταστροφική πυρκαγιά. Μόλις την περιόρισαν, η Κρουέλα επισκέφτηκε τα καμένα.
Η απέραντη μαυρίλα ήταν καταθλιπτική. Τράβηξε μερικές πανοραμικές φωτογραφίες για να αναδείξει το μέγεθος της ζημιάς. Έπειτα έψαχνε για ξεχωριστές λεπτομέρειες που θα αποτύπωναν την ταυτότητά της στο φιλμ.
Μέχρι που πέτυχε την πλήρη αντίθεση.
Ανάμεσα στα αποκαίδια, ένας κορμός ελιάς. Μονάχα ένα κλαδί είχε μείνει ανέπαφο από τις φλόγες. Εκείνη εστίασε, πάτησε το κουμπί και κράτησε την παράταιρη ψευδαίσθηση.
Όταν αποπειράθηκε να στείλει την φωτογραφία σε μια εφημερίδα που συνεργαζόταν περιστασιακά, την απέρριψαν. Όταν πουλάς καταστροφή, φροντίζεις να εθελοτυφλείς στην ελπίδα.
Η Κρουέλα δεν επρόκειτο για κάποιο συνεσταλμένο κοριτσάκι. Ούτε προσπαθούσε να φανεί πρωτότυπη, αντιγράφοντας μια δουλεμένη οπτική.
Απέφυγε να αποτυπώσει το καμένο δάσος. Αντί να συμβάλει στον αποτροπιασμό και την περισυλλογή των αναγνωστών, ήθελε μάλλον να δείξει πως πέρα από την δεδομένη αρνητική πλευρά, υπάρχουν οι μικρές ασήμαντες λεπτομέρειες. Που επιτρέπουν μια πιο αισιόδοξη αντιμετώπιση.
Γλυκανάλατο ή χαζοχαρούμενο και σίγουρα μια οφθαλμαπάτη. Όμως το πράσινο κλαδί στο μαύρο φόντο αποτελούσε μια άκρως ενδιαφέρουσα προσέγγιση.
Κι ας μην έτυχε της καλύτερης αντιμετώπισης.
...
Δέκα μέρες κοντεύουν από τη θλιβερή δολοφονία, την κοινωνική έκρηξη και την απώλεια κάθε ελέγχου ή λογικής.
Όσο ανακυκλώνεται νυχθημερόν ένα θέμα, τόσο με αποτρέπει να ασχοληθώ μαζί του. Από την άλλη, είναι άνανδρο και κυνικό να βρίσκεσαι μέσα σε μια επανάσταση, όπως και να προσδιορίζεται, σφυρίζοντας αδιάφορα.
Θα επανέλθω, δεσμεύομαι για αυτό. Θα γράψω σε λιγότερο φορτισμένο κλίμα, έτσι ώστε οι γραμμές να αποκτήσουν νόημα.
Για την ώρα, προθυμοποιούμαι να υιοθετήσω την οπτική της Κρουέλας. Να αποποιηθώ της ουσίας και να αρκεστώ στα ασήμαντα.
Όπως σε μια εικόνα που ορκίζομαι ότι την έχετε δει επανειλημμένα, αλλά που ίσως δε τη συνδυάσατε.
Σήμα κατατεθέν των αναταραχών, η φωτογραφία του αδικοχαμένου πιτσιρικά. Πάνω της, αποτυπωμένα νιάτα που θυσιάστηκαν στο φόβο και την υπερβολή ενός κόσμου που σπάνια είναι ότι δηλώνει.
Μια παγωμένη στιγμή από την ζωή ενός παιδιού που όλοι μιλάνε γι’ αυτόν, χρησιμοποιώντας το μικρό του όνομα, μα στη πραγματικότητα ίσως να το καπηλεύονται ανά περίσταση.
Αν μπορούσε ν’ απαντήσει, δεν είναι απίθανο να την έλεγε σε όλους εκείνους που βιάζονται να του στήσουν ανδριάντα και αδημονούν να καταθέσουν στεφάνια συνοδεία δακρύβρεχτων επικήδειων.
Μια φωτογραφία, μια μπλούζα.
Μια μπλούζα, ένα εξώφυλλο.
Ένα εξώφυλλο, ένα τραγούδι.
Ένα τραγούδι, μια αλήθεια για μια άγνωστη προσωπικότητα...
...
«Θεός φυλάξει την βασίλισσα».
Αυτός είναι ο τίτλος του βρετανικού εθνικού ύμνου. Και προσαρμόζεται ανάλογα με το φύλο του εκάστοτε μονάρχη.
Το 1977, η Ελισάβετ γιόρταζε το ασημένιο ιωβηλαίο της. Για εκείνους που αρέσκονται στα ψιλά γράμματα, αυτό μεταφράζεται στην επέτειο 25 χρόνων από την στέψη της.
Μια εποχή που η πανκ μουσική βρισκόταν στα καλύτερά και η κοινωνία απείχε κυριολεκτικά μια ανάσα από την ταραχώδη δεκαετία του ’80 και τις σκληρές αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις.
Από μόνοι τους, οι Σεξ Πίστολς, με μπροστάρηδες τον Γιαννάκη τον Σάπιο και τον Σιντ τον Κακοήθη, αποτελούσαν ήδη σημαιοφόροι μιας εκδοχής της επανάστασης.
Με τον τρόπο τους, τον ασυμβίβαστο στίχο και την μη πολιτικά ορθή στάση, οι Σεξ Πίστολς κατατάσσονται σε διαχρονικά σύμβολα εκείνης της οργισμένης γενιάς όπως και αυτών που ακολούθησαν.
Όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν μια αναμετάδοση κάποιου σχολίου αναφοράς. Αντιπροσωπεύουν και τα δικά μου «πιστεύω», για όποιον αναρωτιέται.
Σχεδόν στα μέσα του 1977. Ενώ οι έχοντες προετοίμαζαν πυρετωδώς τους εορτασμούς της υψηλοτάτης, ο απλός λαός ένιωθε την σήψη και δεν οραματιζόταν πέρα από το αβέβαιο θολό του μέλλον.
Δυο διαφορετικοί ταξικοί κόσμοι στην ίδια πατρίδα.
Κάπου στα χαμηλά, μια μερίδα εξεγερμένων (με αιτία), έβριζαν, έσπαγαν, συγκρούονταν και προσπαθούσαν να βιώσουν με τον τρόπο τους αυτά που δεν τους αναλογούσαν.
«Εδώ ο κόσμος καίγεται... και η Λιλή χτενίζεται».
Η φωνή που έψαχναν κυκλοφόρησε σε single. Το εξώφυλλο έδειχνε το πορτρέτο της Ελισάβετ με μαύρες ταινίες λογοκρισίας σε μάτια και στόμα. Και πάνω στις ταινίες τα στοιχεία του τραγουδιού και το όνομα του συγκροτήματος.
«God Save the Queen» στα μάτια και «Sex Pistols» στο στόμα.
Παραποίηση εθνικών συμβόλων ονομάζεται. Μπορεί στους απ’ έξω να μην έλεγε πολλά, όμως το συντηρητικό τμήμα της βρετανικής κοινωνίας βρισκόταν εκτός εαυτού.
Εμπορικό τρικ ή υπεράσπιση της εργατικής τάξης, οι Πίστολς πέτυχαν να δημιουργήσουν τον σάλο που επεδίωκαν.
Ενώ τα χαμηλά στρώματα δεν ήξεραν τι τους ξημερώνει, μια νομενκλατούρα αυλικών βαυκαλιζόταν μέσα από τα εξωπραγματικά πρωτόκολλα του παλατιού.
Σε γενικές γραμμές το τραγούδι εξυμνεί την βασίλισσα με άκρως ειρωνικό τρόπο και τονίζει την υπερβολή στις προετοιμασίες του ιωβηλαίου για να κλείσει με την διαπίστωση πως «δεν υπάρχει μέλλον».
Το δισκάκι με την παραποιημένη βασίλισσα έτυχε άμεσης και τεράστιας ανταπόκρισης από τους νέους και όχι μόνο. Έφτασε στην κορυφή των πωλήσεων μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον.
Το παλάτι, για να αποφύγει την κατακραυγή, δεν προχώρησε σε μηνύσεις, αν και είχε το νόμο στο πλευρό του. Παρασκηνιακά όμως, έκανε ότι ήταν δυνατό ώστε να θάψει τα μηνύματα που περνούσαν τα λόγια.
Το κρατικό BBC αρνήθηκε να μεταδώσει το τραγούδι παρά την εμπορική του επιτυχία, θεωρώντας πως το περιεχόμενο ενδεχομένως να προσβάλει θεσμούς και κράτος. Όμοια έπραξε και ένα μεγάλο δίκτυο ραδιοφωνικών σταθμών.
Η κορυφαία επιτυχία της εποχής, σβήστηκε κυριολεκτικά από την λίστα. Όχι επειδή έπαψε να πουλάει, αλλά ας πούμε... για την συνοχή του έθνους!
Γεγονός που δεν συναντάται ξανά στην μουσική βιομηχανία.
Τουλάχιστο, όχι με αυτό τον τρόπο και όχι σε αυτή τη κλίμακα.
Η απαγόρευση ώθησε το συγκρότημα σε μια ιδιαίτερα πρωτότυπη πράξη. Την ημέρα του ιωβηλαίου, την εθνική αργία της 7ης Ιουνίου, αποφάσισαν να παίξουν ζωντανά σε μια πλωτή εξέδρα στον Τάμεση, έξω ακριβώς από το παλάτι του Ουέστμινστερ!
Λίγο πριν ολοκληρώσουν την μνημειώδη αντιεξουαστική συναυλία, τους πλεύρισαν και τους συνέλαβαν.
Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι το «Θεός φυλάξει...» ακουστεί στα εγγλέζικα ραδιόφωνα. Δεν έπαψε ποτέ να παίζει στους δρόμους και να αποτελεί μουσικό χαλί σε περιστατικά ωμής βίας, κρατικής ή μη.
Παρά τις υπόλοιπες επιτυχίες και του αμφιλεγόμενου προτύπου προς την νεολαία, το επεισοδιακό τραγούδι των Πίστολς πρόσφερε τα μέγιστα για την διαχρονικότητα τους. Ακόμη και όταν η πανκ σκηνή τέθηκε στο περιθώριο.
Λίγο αργότερα, to «God save the Queen» συμπεριλαμβανόταν στο επίσης ιστορικό άλμπουμ «Nevermind the Bollocks, Here’s the Sex Pistols» το πρώτο και μοναδικό του συγκροτήματος.
...
Το πολυσυζητημένο εξώφυλλο έμεινε στην ιστορία και σήμερα θεωρείται ως ένα από τα διασημότερα όλων των εποχών. Εξακολουθεί να τυπώνεται σε μπλουζάκια ώστε να θυμίζει επανάσταση και ανυπακοή στους παλιότερους.
Τέτοιο ακριβώς μπλουζάκι θα δείτε στην φωτογραφία του πιτσιρικά στα δελτία ειδήσεων.
Μια χαμένη εφηβεία που κανείς δε γνωρίζει, δεν κατηγορεί και ενδεχομένως δεν αντιλαμβάνεται. Είναι βάσιμα ανόητο να συνδυάζεις μια εικόνα με μια πραγματικότητα.
Όμως ίσως να είναι λιγότερο παρακινδυνευμένο να ειπωθεί πως ένας νέος που έψαχνε για επαναστάσεις όπως εκατομμύρια ομοίων του στον χρόνο και στον χώρο, κατάφερε να εκπληρώσει προνομιακά την αναζήτηση του.
Μάλιστα βρήκε μια επανάσταση της οποίας αποτέλεσε αφορμή!
Ακόμη κι αν χρειάστηκε να πληρώσει βαρύ τίμημα.
Προσωπικά, εκείνη η φωτογραφία μου έδωσε να καταλάβω πολύ περισσότερα από τις ατέλειωτες περιγραφές των οικείων του.
Κι ας κάνω λάθος...
Τα πλάνα κάθε λογής και τα λεπτά σιγής έχουν μουσικό χαλί.
Κι ας μην ακουστεί...

«Όταν δεν υπάρχει μέλλον,
Πως υπάρχει αμαρτία;
Είμαστε τα λουλούδια στον κάδο,
Το δηλητήριο στην ανθρώπινη μηχανή σας
Είμαστε το μέλλον, το δικό σας μέλλον.»

Για την αναδρομή, την σύνθεση και την βλασφημία.

Στον πιτσιρίκο...

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008

Κάποτε, στο Δάσος του Φίφη

Μια νύχτα στο μαύρο δάσος. Μια νύχτα με ξαστεριά.
Σπάνιο φαινόμενο. Εξάλλου, γι’ αυτό ονομαζόταν και «Μαύρο Δάσος».
Όμως εκείνο το βράδυ είχε ξαστεριά.
Το αχνό φως καθρεφτιζόταν στις πευκοβελόνες και λαμπίριζε στα μάτια των ζωντανών που ξενυχτούσαν από συνήθεια.
Μια νύχτα με ξαστεριά, λοιπόν. Στο κατ’ ευφημισμό μαύρο δάσος!
Όλα έδειχναν αλλοπρόσαλλα, όμως κανένας από τους μόνιμους θαμώνες εκείνης της σκοτεινής βλάστησης δεν έκανε να παραπονεθεί. Τρεις σεσημασμένοι σκίουροι μπεκρήδες είδαν επιτέλους την πηγή ενός χρόνιου κουρνιαχτού.
Σκαρφαλωμένη στο ψηλότερο κλαδί, δεύτερη βελανιδιά από δεξιά, μια κουκουβάγια αποκάλυπτε επιτέλους το πραγματικό της πρόσωπο.
Μουντή και στραβωμένη, μια κακάσχημη κουκουβάγια του συρμού, ευθυνόταν για το ολονύχτιο πρόγραμμα μέχρι το ξημέρωμα στο μαύρο δάσος. Όταν η σκοτεινή ντίβα αντιλήφθηκε τις διερευνητικές ματιές που εστίαζαν στο ξεχαρβαλωμένο της κεφάλι, σιώπησε.
Πρώτη φορά, έπειτα από αμέτρητες νύχτες, το δάσος έμεινε δίχως ορχήστρα.
Το σιωπηλό δάσος, πρώην μαύρο. Σ’ αυτό θα κατέληγαν οι νονοί εφόσον τους ζητούσαν νέο όνομα.
Ποιος όμως θα βάφτιζε την άγρια φύση;
Ποιος θα φρόντιζε να διαλαλήσει το καινούριο τοπωνύμιο;
Πέρα από τα δέντρα, στα πέρατα των τσιμεντένιων σκιών.
Η ξαστεριά έφερε έναν ολόκληρο κόσμο σε αμηχανία.
Μια αμηχανία που δύσκολα θα είχε καταπολεμηθεί εάν δεν συνέβαινε ένα τυχαίο περιστατικό. Τόσο απρόσμενο που έμελλε ν’ αλλάξει για πάντα τις ισορροπίες.
Τα τρωκτικά ετοιμάζονταν να επιτεθούν στο στραβωμένο νυχτοπούλι. Ελάχιστα πριν σαπίσουν την κουκουβάγια, ένας απρόσκλητος θόρυβος ματαίωσε τα τραμπούκικα πλάνα.
Ξαφνικά, τα φανάρια ενός αγροτικού διατάραξαν το απαλό φως, για να σβήσουν μονάχα όταν ο οδηγός τράβηξε ηχηρά το χειρόφρενο, στο τέλος του χωματόδρομου.
Ένα παράνομο ζευγάρι αναζητούσε πρόσχαρη ηδονή μέσα στην εχεμύθεια του (πρώην) μαύρου δάσους. Ο Φίφης επισκεπτόταν τακτικά τις πευκοβελόνες. Το εκάστοτε ταίρι του ήταν εκείνο που άλλαζε κάθε φορά.
Τα δέντρα και οι λιγοστοί κάτοικοί τους, ήταν τόσο ασήμαντα για τους ανθρώπους, που ούτε καν είχαν μπει στη διαδικασία να τα ονοματίσουν στο χάρτη.
«Που βρισκόμαστε;» ρωτούσαν πάντα οι παρφουμαρισμένες γυναίκες.
Μαύρο δάσος; Που ακούστηκε; Και από ποιόν;
O Φίφης ήξερε πως η αλήθεια δεν ήταν διόλου αφροδισιακή. Έτσι, φρόντιζε ν’ απαντάει ανάλογα με τις συνοδούς του, για να φτιάχνει κλίμα.
Εκείνη τη βραδιά, αντιμετώπιζε εύκολη περίπτωση. Η Νταίζη περνιόταν για άνετη, ίσως επειδή δεν έδινε σημασία σε γλυκανάλατες λεπτομέρειες. Νοιαζόταν μόνο γι’ αυτό που θα επιζητούσε κάθε στολισμένη κοπέλα, μεσάνυχτα στην ερημιά.
Δίχως ιδιαίτερη σκέψη, ο Φίφης έδωσε μια φτηνή εκδοχή.
«Κοίτα σύμπτωση. Όπως κι εσύ! Αυτό είναι το Δάσος της Νταίζης! Αλήθεια!»
Το «αλήθεια» αποτελούσε απαραίτητο συμπλήρωμα, όποτε έλεγε ψέματα.
Δάσος της Νταίζης. Πρέπει να ακούστηκε πολλές φορές έως το ζευγάρι αποχωρήσει γεμάτο ικανοποίηση από την αχαρτογράφητη περιοχή.
Οι τρεις σκίουροι, η κουκουβάγια, αλλά και ο λαγός που εν τω μεταξύ είχε ξυπνήσει από τα βογκητά, ταμπουρωμένοι πίσω από τις φεγγαρολουσμένες φυλλωσιές, δέχτηκαν το νέο τοπωνύμιο με χαρά.
Επιτέλους, το σπίτι τους είχε εύηχο όνομα και όχι έναν γενικό προσδιορισμό.
Ο Φίφης ήταν ξεκάθαρος. Αφού γνώριζε τόσα για τις γυναίκες, σκέφτηκαν, θα ήξερε και από γεωγραφία.
Καθώς το 4x4 απομακρυνόταν από το κακοτράχαλο μονοπάτι, τα ζώα συμβιβάζονταν με το νέο status. Συνέθεταν τραγούδια περιλαμβάνοντας το «Νταίζη» στους στίχους.
Οι σκίουροι έγραφαν εναλλάξ, ο λαγός μελοποιούσε και η κουκουβάγια ερμήνευε. Κάθε βράδυ, με φως ή χωρίς, η αταίριαστη κομπανία δούλευε πάνω στο νέο τους ύμνο. Ώστε στην επόμενη επίσκεψή του, ο Φίφης να εισπράξει ένα ελάχιστο δείγμα ευγνωμοσύνης.
Πράγματι, όταν η ξαστεριά πέρασε ξανά πάνω από το δάσος, το αγροτικό εμφανίστηκε στην ώρα του. Ο επίτιμος νονός άνοιξε ιπποτικά την πόρτα του συνοδηγού.
Μια αιθέρια ύπαρξη ντεμπούταρε στις πευκοβελόνες. Η Ζέτα!
Σοβαρότερη από τη Νταίζη, το επόμενο ερωτικό τρόπαιο του Φίφη χρειαζόταν να καταναλωθεί φαιά ουσία για να ζεσταθεί.
«Που βρισκόμαστε;» επανέλαβε σαν να ήταν η πρώτη φορά.
Εκείνος κόμπιασε.
Τα ζώα που είχαν παραταχθεί τριγύρω, πάγωσαν. Αγνοούσαν το παιχνίδι. Για να βοηθήσουν τον επίτιμο, ξεκίνησαν το νέο τους τραγούδι. Η κουκουβάγια έπιανε ψιλές φροντίζοντας την άρθρωση στο φινάλε.
«Ντεεε... Σι... Ντεεε... Σι...», ακουγόταν από τα κλαδιά.
Όμως ο Φίφης είχε διαφορετικά κατά νου. Κάτι που ξενέρωσε και προβλημάτισε.
«Ήρθαμε εδώ πρώτη φορά μαζί. Αλήθεια. Δεν είναι σημαδιακό; Ας του δώσουμε ένα ξεχωριστό όνομα. Τι θα έλεγες για Δάσος της Ζέτας...», πρότεινε.
Η απαιτητική Ζέτα χαμογέλασε καταφατικά και το νεοσύστατο ζευγάρι πλάγιασε υπό το άγρυπνο βλέμμα της γειτονιάς.
Ήταν τόσο παθιασμένη η Ζέτα, που τα ξεφωνητά κατάφεραν να ξυπνήσουν μέχρι και τον σκαντζόχοιρο από τη χειμερία νάρκη!
Με την τσίμπλα στο μάτι και με τα σπινιαρίσματα του αγροτικού της χαράς, ο υπνωτισμένος βελονοφόρος προσπαθούσε να κατατοπιστεί. Έπειτα από μερικές αναγκαίες ερωτήσεις, κατέληξε στην τετριμένη:
«Που βρίσκομαι;» απευθύνθηκε στον λαγό.
Μουδιασμένος από το άσκοπο ξενύχτι, ο λαγός φαινόταν μπερδεμένος.
«Τι να σου πω, φιλαράκι; Κάποτε λεγόμασταν Μαύρο Δάσος. Αργότερα γίναμε της Νταίζης αλλά απόψε κατάλαβα πως είμαστε της Ζέτας», πάσχιζε να εξηγήσει.
Γνωστός για την οργανωτικότητά του, ο σκαντζόχοιρος αποφάσισε να βάλει τάξη στο σκορποχώρι. Πήρε πρωτοβουλία και κάλεσε τον τρυποκάρυδο. Έδωσε εντολή να χαράξει στα δέντρα-κράχτες το αδιαπραγμάτευτο όνομα.
Της Ζέτας!
Όμως εκτός από τις εύκολες παρεμβάσεις στην αισθητική, εντοπίστηκαν προβλήματα, σχεδόν από το πουθενά. Αφού συνέθεσαν τον ανανεωμένο ύμνο του δάσους, αποδείχτηκε ότι η κουκουβάγια δεν μπορούσε να αρθρώσει σωστά τους νέους στίχους.
Ήταν αδύνατο να πει το «Ζζζ...». Ψύχραιμος και μεθοδικός, ο σκαντζόχοιρος αναγκάστηκε να προσκαλέσει ένα κουαρτέτο από τριζόνια, που πραγματοποιούσε επιτυχημένη καριέρα στην παραλιακή ως «3/4».
Εντάξει, προέκυψαν αψιμαχίες στο ενισχυμένο σχήμα αλλά συνεναιτικά κατέληξαν σε λύση. Πρόσθεσαν επιπλέον «Ζζζ...» στα λόγια και η κουκουβάγια διατήρησε την κορυφή της μαρκίζας.
«Βρε Ζζζαβοί, κανείς δεν ζζζει,
κάπου που το λένε Νταίζζζη.
Εδώ έχει πάντα Ζζζέστη, εδώ είναι της Ζζζέτας! Ζζζήτω!
Ωε, ωε, εδώ είναι της Ζζζέτας!»
Οι σκίουροι δεν το χώνεψαν, αλλά κάπως έτσι γίνεται στα καλλιτεχνικά. Μαλάκωσαν με την επανάληψη και τελικά το συνήθισαν.
Μέχρι να φτάσει η νέα ξαστεριά, τα πάντα ήταν στην εντέλεια.
Το 4x4 πάρκαρε στο γνωστό σημείο. Ο Φίφης στάθηκε υπερβολικά τυχερός. Ένα θεϊκό κομμάτι, βγαλμένο από τα πιο ευφάνταστα ανθρώπινα όνειρα, στον βωμό της αναπαραγωγής. Τόσο εμφανίσιμη και προκλητική που μέχρι κι ο τρυποκάρυδος χαμήλωσε το ράμφος από ντροπή.
Απόλυτα δικαιολογημένα, ο Φίφης δεν πήρε τα μάτια του από πάνω της.
Έτσι, ήταν αδύνατο να εντοπίσει τα σημάδια της φύσης γύρω του.
Μάλλον άδικα γίνηκαν οι ετοιμασίες. Όλοι αδημονούσαν για τα περαιτέρω.
Αυτή δεν είναι η Ζέτα, υπέθεσαν. Μπρος στο θέαμα, ψιλά γράμματα.
Τα ευχάριστα ήρθαν αμέσως μετά. Ειδικά για τα τριζόνια.
Το όνομα αυτής; Ζήνα!
«Τι είχαμε; Τι χάσαμε;» ψιθύρισε ο λαγός.
Η Ζήνα κάθισε σταυροπόδι και άναψε τσιγάρο. Ο Φίφης έτριβε τα χέρια του και συμβιβαζόταν με το τυχερό της υπόθεσης. Απ’ ότι φάνηκε, οι υπόλοιποι δεν υπήρξαν το ίδιο τυχεροί. Ενώ περίμεναν την κλασική ερώτηση. Ενώ το ανανεωμένο «Δάσος της Ζήνας» θα χάριζε ήχο και φως στους ανέραστους κορμούς... κάτι διαφορετικό συνέβη.
Η Ζήνα αποδείχτηκε απαιτητική ακόμα και για τον τεχνίτη του είδους.
«Για ποιά με πέρασες; Για καμιά του δρόμου;», διαμαρτυρήθηκε!
Ο Φίφης ξαφνιάστηκε αλλά έδειξε πως κατείχε το άθλημα. Προσπάθησε να την γλυκάνει και να τη φέρει με τα νερά του. Κατάφερε τα μισά. Αφού η μοιραία Ζήνα πείστηκε ότι δεν ήταν απλά μια αγοραία ξεπέτα, συμφώνησε να ενδώσει. Μ’ έναν αδιαπραγμάτευτο όρο:
«Πάμε σε ξενοδοχείο, αλλιώς... δεν», εκβίασε.
Αποφασισμένος να βιώσει τις φαντασιώσεις του, ο δασικός εραστής έτρεξε προς το αγροτικό. Η βιαστική του κίνηση απογοήτευσε τους ηδονοβλεψίες, αλλά το κυριότερο: τους αιφνιδίασε.
Άτυχος της βραδιάς, ο αρχηγός σκαντζόχοιρος. Αναζητώντας την καλύτερη δυνατή γωνία για το επικείμενο υπερθέαμα, είχε χωθεί κάτω από τις ρόδες.
Η ξαφνική αλλαγή στα σχέδια, δεν του άφησε περιθώριο αντίδρασης. Μόλις ο ξαναμμένος Φίφης έβαλε μπρος και μάγκωσε πρώτη ταχύτητα, το θηριώδες τροχοφόρο ισοπέδωσε το άμοιρο ζωντανό.
Ο άλλοτε αιρετός έγινε κυριολεκτικά αλοιφή μπρος στα μάτια όλων.
Ερεθισμένοι, δίχως οφθαλμόλουτρο, όνομα και ηγεσία, οι εναπομείναντες κάτοικοι του δάσους έμειναν να κοιτάζουν τις απελπισμένες μανούβρες του 4x4.
Όπως διαπίστωσαν αμέσως μετά, ο σκαντζόχοιρος είχε προλάβει να χαρίσει στις ρόδες ένα κομμάτι του εαυτού του. Τις βελόνες. Το αγροτικό ακινητοποιήθηκε για να διαπιστωθεί λάστιχο στον αριστερό μπροστινό τροχό.
Η Ζήνα δεν το έχαψε και μετέφρασε τη ζημιά ως φτηνό κόλπο του οδηγού. Ξέσπασε βρίζοντας και τον παράτησε κατηφορίζοντας στο χωματόδρομο.
Οι μουσικοί αυτοσχεδίασαν μ’ έναν επικήδειο της στιγμής.
«Ζζζ... βλάκα... ζζζ... μας πάτησες και τον αρχηγό... ζζζ... εδώ είναι της Ζζζέτας!»
Εκνευρισμένος από τη διακύμανση στο ριζικό του, ο Φίφης κλείστηκε στην αναποδιά του, αγνοώντας ένα ακόμα κάλεσμα της φύσης.
Επί τόπου, η κουκουβάγια, ως σοφότερη και αρχαιότερη ανέλαβε αρχηγός. Παρατηρώντας τον Φίφη να κλωτσά το σκασμένο λάστιχο, δίπλα ακριβώς στο κουφάρι του «τέως», εξοργίστηκε!
«Θα το φάμε στον ύπνο του, τον παλιομπινέ!», πέταξε ο λαγός και οι περισσότεροι συμφώνησαν.
Με υπομονή, παρέμειναν κρυμμένοι και έδρασαν μόλις ο άντρας αποκοιμήθηκε χύμα στις πευκοβελόνες.
Κάλεσαν τον ασβό, γνωστό και ως βρομερό εκδικητή. Εκείνος ήξερε πως γίνεται η δουλειά και συμβούλεψε για τις λεπτομέρειες.
Ραμφίσματα, γρατζουνιές, δαγκωματιές και τσιμπήματα.
Ο Φίφης βίωσε ένα φριχτό, αιφνιδιαστικό ξύπνημα.
Ο πόνος τον έκανε να ανοίξει διάπλατα το στόμα. Εκεί αναλάμβανε ο ασβός. Και η θανάσιμη οσμή του!
Λίγο το μεγαλόσωμο του άντρα, λίγο τα δυνατά του αντισώματα, κατάφερε να ζήσει. Αδυνατώντας ν’ αντιμετωπίσει αλλά και να κατανοήσει την οργή της φύσης, τράπηκε σε φυγή καθώς το ημίφως γύριζε σε μέρα.
Σιγά τ’ αβγά! Τι και αν απέτυχαν να εκδικηθούν τον άνθρωπο;
Ο πρώην λατρεμένος τους νονός είχε πεθάνει απ’ την στιγμή που ξεκίνησε το 4x4! Κανείς δεν έμεινε ώστε να το επιβεβαιώσει, αλλά πολύ πιθανόν ο Φίφης να μην ξαναπάτησε στο δάσος μετά από το επεισοδιακό κάζο.
Καθόλου απίθανο, να μην του έκατσε ποτέ τόσο εντυπωσιακό θηλυκό όπως η Ζήνα.
Δίχως παράνομους έρωτες, με τον καιρό το δάσος ξανά Μαύρο.
Ο τρυποκάρυδος κατέληξε πως δίχως γυναικεία παρουσία, οι μικρές λεπτομέρειες χάνουν τη γλύκα τους.
Τα σοφά λόγια άνηκαν δικαιωματικά στην κουκουβάγια:
«Εφόσον δεν ακούς την φύση, σύντομα θα στραφεί εναντίον σου».
Τα τριζόνια το έριξαν στο τραγούδι και καθιερώθηκε το:
«Πότε θα κάνει ξαστεριά»!
Άργησε να κάνει. Ξενέρωσαν και επειδή δεν είχε «ζζζ» με αποτέλεσμα να κυνηγήσουν την τύχη τους πίσω στην παραλιακή.
Έμεινε λοιπόν ο λαγός να συνδυάσει καταστάσεις και ν’ αναφωνήσει κατά την αποχώρησή τους:
«Εάν ακούσεις τριζόνι πριν πηδήσεις, με το σκέφτεσαι, θα αποτύχεις»!
...

Μια παραβολή σε δυο φραπέδες
Σ’ ένα πάγκο, με το σημειωματάριο.
Στο υπέροχα άσκοπο απόγευμα της Τετάρτης.
Ναι, θα μπορούσε να γραφτεί καλύτερα. Ή καθόλου!
Αφιερωμένο σε μια κοπέλα που δεν μου είναι ούτε φίλη, ούτε καν γνωστή.
Μου είναι απλά... συμπαθής!
Με αυτή την ιδιότητα και την μεγαλοψυχία της να κεράσει τσιγάρο λίγο πριν φτάσω στο φινάλε, οφείλω να ανταποδώσω.
Εξάλλου πρόσφατα έτυχε να της υποσχεθώ πέντε σελίδες.
Με κάθε επισημότητα λοιπόν...

Στην Αντιγόνη.

ΥΓ. Αυτό με τα αυτόφωρα, στη πρώτη ευκαιρία.

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2008

Η Κυριακάτικη Αλλοτρίωση

Σιγά τα νέα...
Ο εξευτελισμός των έντυπων μέσων πρέπει να είναι ένα θέμα που γίνεται αντιληπτό από όλους, αλλά δεν πρέπει να απασχολεί κανέναν.
Βρέθηκα προχτές σε ένα σπίτι. Κάπως το έφερε η κουβέντα και μιλούσαμε για εφημερίδες, συγκεκριμένα τις Κυριακάτικες.
Πέντε κιλά η μία, κάμποσα ευρώ επιπλέον, τουλάχιστο τρεις ώρες κινηματογραφικό υλικό και όγκος πληροφορίας που απαιτεί πάνω από μια εβδομάδα για να διαβαστεί.
Η οικοδέσποινα επιδείκνυε ένα μεγάλο ράφι με την συλλογή της σε DVD. Λεπτές χάρτινες ή χοντροκομμένες πλαστικές, άπειρες θήκες περιείχαν ολόκληρο το box office, τις εμπορικότερες ταινίες περασμένων ετών.
Γνωρίζω καιρό την κοπέλα, ήξερα πως είχε μια κλίση προς το σινεμά. Αυτό που δεν είχα συνδυάσει ήταν το αυτονόητο. Πόσο άνετα δηλαδή κάποιος μπορεί να γίνει συλλέκτης ταινιών σήμερα.
Δύσκολο να τις καταμετρήσω, ήταν πολλές.
«Κοντεύουν τις πεντακόσιες», καμάρωσε και λύθηκε η απορία.
Το εντυπωσιακό κομμάτι, ήταν όταν συμπλήρωσε ότι ξεκίνησε να μαζεύει μόλις πριν από ενάμισι χρόνο περίπου. Αναλογικά, αυτό σημαίνει ένα δισκάκι ημερησίως!
Μια κοπέλα με σχετικά περιορισμένους πόρους και λιγοστές σπατάλες κατάφερε να ξοδέψει πάνω από χίλια ευρώ σε DVD εφημερίδων και περιοδικών. Αμφιβάλω αν θα πλήρωνε το ίδιο ποσό μονομιάς για τον ίδιο σκοπό.
Δεν πίνει, δεν καπνίζει, η συλλογή της προσδίδει ευχαρίστηση. Αφού το σήκωνε οικονομικά, γιατί να μην το κάνει. Εξάλλου, αν το αναλύσετε με τα δικά σας δεδομένα, ίσως ανακαλύψετε πως και εσείς σπαταλάτε τεράστια ποσά σε βάθος χρόνου για να ικανοποιήσετε μη απαραίτητες κρίσεις ματαιοδοξίας.
Συγκεντρωτικά, τα τσιγάρα μου για το αντίστοιχο διάστημα σίγουρα κοστίζουν πολύ περισσότερο. Δίσκοι, βιβλία, ρούχα, αξεσουάρ αυτοκινήτου, ηλεκτρικές συσκευές. Μυριάδες καταναλωτικά είδη, δεν μπορεί. Αν το ψάξετε, μάλλον και εσείς κάπου στα ίδια βρίσκεστε.
Εκτός και αν έχουμε να κάνουμε με παθολογικά τσιγκούνηδες!
Σιγά τα νέα...
Μια κοινωνία καταναλωτών που διαμαρτύρεται διαρκώς. Όχι επειδή αντιμετωπίζει ισχυρό βιοποριστικό πρόβλημα. Αλλά επειδή αδυνατεί να αγοράσει όλα αυτά με τα οποία βομβαρδίζεται καθημερινά.
Χάζευα τους τίτλους. Ταινίες κάθε λογής, αρχειοθετημένες με έναν ακαταλαβίστικο τρόπο. Προσπαθούσα να συνδυάσω υλικό και γούστο. Έψαχνα πάτημα.
«Σε λίγο, έτσι όπως πας, πιθανότατα να χρειαστείς ξεχωριστό δωμάτιο», επισήμανα.
Είχε διαφορετική άποψη.
Ξεκαθάρισε πως δεν μάζευε οτιδήποτε έβρισκε στα περίπτερα. Αγόραζε μονάχα εκείνες τις εφημερίδες ή περιοδικά με ταινίες που την ενδιέφεραν.
Πράγματι, παρατηρώντας τις θήκες, ανακάλυπτες αποτυπωμένο κάθε λογής έντυπο.
Κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, μπλε. Μωρέ, καλό εργάκι να προσφέρουν και όλοι οι υπόλοιποι να πάνε να...
Αυτό θα πει παραδοσιακά αμετακίνητη αναγνώστρια!
Εφόσον αγνοούσα το ποιόν της, ίσως να το σχολίαζα ποικιλοτρόπως. Την ήξερα όμως. Διαβάζει τακτικά και το παρήγορο είναι πως κατανοεί πλήρως το περιεχόμενο εκείνων που θα καταπιαστεί.
Έτσι, με απασχολούσε αν διάβαζε τα έντυπα που αγόραζε κάθε φορά. Δήλωσε με ειλικρίνεια πως σπάνια τα άνοιγε και σχεδόν όλα κατέληγαν στα σκουπίδια με σκισμένη ζελατίνα.
Πως να προσαρμόσεις τόση διαφορετικότητα στα ενδιαφέροντα ενός συγκεκριμένου ανθρώπου; Αστρολογία, υγιεινή ζωή, πολιτική επιθεώρηση, μηχανοκίνητος αθλητισμός, lifestyle, μια πληθώρα άσχετης θεματολογίας. Κοινό στοιχείο όλων, η ποιότητα των συνοδευτικών τους DVD!
Καταγής στο χαλί, μια στοίβα κυριακάτικων εφημερίδων, απαλλαγμένες από τις ταινίες κράχτες. Περίμεναν να κάνουν τον κύκλο τους, να γίνουν μπάζα στην χωματερή ή ανακυκλωμένο χαρτί στην καλύτερη περίπτωση.
Ξεχώρισα την πιο γνωστή και σοβαρή. Για αλλαγή, την ξεγύμνωσα από το άχρηστο πλαστικό και προσπάθησα να την ξεφυλλίσω. Ο παράδεισος ενός αργόσχολου. Ένα κάρο πράγματα θα μπορούσε να διαβάσει κάποιος.
Υπολογίζοντας τους συντάκτες της πολυσέλιδης έκδοσης, τους ανταποκριτές, τους εξωτερικούς συνεργάτες, τους γραφίστες, τους φωτογράφους και όλους τους λιγότερο γνωστούς συντελεστές της εφημερίδας, κατέληγες στο πληθυσμό ενός χωριού.
Σιγά τα νέα...
Ένα μικρό χωριό δούλευε μια εβδομάδα, καταγράφοντας και αναλύοντας διάφορα θέματα. Πάλευε με προθεσμίες, αγχωνόταν και ίδρωνε ώστε την Κυριακή πρωί το φύλλο να φτάσει στα περίπτερα... ακριβώς πέντε κιλά! Γραμμάριο λιγότερο!
Όνειρο ζωής για αρκετούς από τους αρθρογράφους, να γράφουν σε κάποιο έντυπο ευρείας κυκλοφορίας και στα κείμενα να παραθέτουν τις γνώσεις, τις ιδέες ή το ταλέντο τους.
Άραγε, έχουν συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει ακριβώς; Κι αν όντως το έχουν κάνει, μήπως το έχουν χωνέψει; Ή απλά επιδίδονται στην διαδεδομένη τακτική της στρουθοκαμήλου;
Παπάδες να γράψουν, αν η φυλλάδα που τους ταίζει ψίχουλα δεν προσφέρει εμπορική ταινία, αποκλείεται να διαβαστούν. Υποθέτω πως όποτε παραδίδουν τα υπό έκδοση κομμάτια τους, αρκούνται σε μια σύνθετη προσευχή.
Γιατί δεν αρκούν μονάχα αγοραστές για το μελάνι τους. Θα πρέπει οι αγοραστές με την σειρά τους, να ξετυλίξουν την ζελατίνα και μέσα από τον ωκεανό λέξεων, να ταιριάξουν την διάθεση τους με μισή σελίδα κειμένου.
Με απόλυτη βεβαιότητα, ήξερα μια αναγνώστρια λιγότερη. Δίπλα μου καθόταν! Ετοιμαζόταν μάλιστα να σύρει στο μηχάνημα ένα πρόσφατο κομμάτι της συλλογής της για τις ανάγκες μιας μεταμεσονύκτιας προβολής.
Η αλήθεια είναι πως με κουράζει πλέον να κάθομαι παθητικά απέναντι από μια οθόνη. Οποιαδήποτε πρόθεση για κουβέντα χάθηκε από την στιγμή που πάτησε το κουμπί στο τηλεχειριστήριο. Μόκο....
Βραβευμένη Αμερικάνικη ταινία, παραγωγής 2005, με γνωστούς ηθοποιούς, διάρκεια 114 λεπτά.
Τι να πεις σε 114 λεπτά, σχεδόν δυο ώρες; Θα δεις τα ίδια, θα ακούσεις τα ίδια, όμως δεν θα ανταλλάξεις ούτε μια κουβέντα, προσηλωμένος στην οθόνη. Άντε να φας κανά ποπκόρν, να χαιδέψεις κανά μπουτάκι... μέχρι εκεί.
(Άσχετο με το θέμα μας: η λαιμαργία, κάθε είδους δεν σε κάνει σινεφίλ! υστερόγραφο: κουλτουριάρηδες της πλάκας...)
Στο τέλος της ταινίας, αν δεν βαρυστομαχιάσεις απ’ το τζανκαναριό ή δεν έχεις ήδη εγκαταλείψει την πλοκή για να ικανοποιήσεις πρωτόγονα ένστικτα, δεν μένουν και πολλά να συζητήσεις.
Είναι ανόητο και καθόλου εποικοδομητικό. Αφού ξόδεψες άλλες δυο παθητικές ώρες από την ζωή σου, θα βρεθείς να συζητάς ξανά όλα εκείνα που είδες.
Δεν έχει νόημα να κουβεντιάζεις κοινές παραστάσεις. Νομίζω.
Το ζητούμενο είναι να ανταλλάσσεις διαφορετικές.
Για την ιστορία και επειδή δεν χρειάζεται να εκθέτουμε κόσμο με υπονοούμενα, κάπου στα μισά βαρέθηκα, χασμουρήθηκα και την κοπάνησα.
Σιγά τα νέα...
Επιστρέφοντας, κάτι έμεινε. Ήταν καθημερινή. Πέρασα από ένα περίπτερο και είδα κρεμασμένες τουλάχιστον είκοσι πολιτικές εφημερίδες, ξέχωρα οι καμιά δεκαριά αθλητικές, οι πεντέξι οικονομικές και οι λοιπές κουτσομπολίστικες.
Κατά τα φαινόμενα, ποικιλία απόψεων και ιδεών υπάρχει.
Οι αναγνώστες είναι εκείνοι που αγνοούνται.
Από περιέργεια, έψαξα τα νούμερα. Οι μεγάλες εφημερίδες που βγάζουν ξέχωρα κυριακάτικο φύλλο, χονδρικά πουλάνε περισσότερο την ημέρα της γιορτής και σχόλης από τις υπόλοιπες αθροιστικά!
Ας αναλογιστεί κανείς ότι τα Σάββατα πλέον οι εφημερίδες κατακλύζονται από «ανεπανάληπτες προσφορές» και ζυγίζουν επίσης πέντε κιλά. Για την συλλογή της φίλης μου και μόνο!
Παλαιότερα ίσως να έλεγες πως πήρες την τάδε εφημερίδα και να σε ρωτούσαν «Τι γράφει». Σήμερα, αισθητά λιγότεροι θα σε ρωτήσουν «Τι δίνει». Και αυτό διότι δεν θα έχουν δει το τρέηλερ!
Σημείο των καιρών;
Σημάδι του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού;
Ή μήπως ένας ανελέητος πόλεμος επιβίωσης υπεράριθμων εφημερίδων σε μια γλώσσα με περιορισμένο και ανύπαρκτο αναγνωστικό κοινό;
Την απάντηση μάλλον την γνωρίζετε καλύτερα από εμένα.
Οπότε ας το αφήσουμε ως έχει.
Σιγά τα νέα...
Η σοβαρή εφημερίδα που έτυχε να ξεφυλλίσω στης φίλης μου, φιλοξενούσε ένα εκτενές αφιέρωμα για την κατάσταση μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν. Το βρήκα εξαιρετικά κατατοπιστικό, έστω και ως λαθραναγνώστης.
Αμφιβάλλω εάν οι μισοί από τις μερικές εκατοντάδες χιλιάδες αγοραστών κατάφεραν να ρίξουν ένα βλέφαρο στο άρθρο. Ο δημοσιογράφος που υπέγραφε ίσως να γινόταν κάποτε μεγάλη φίρμα σε μια άλλη χώρα και γλώσσα.
Στην Ελλάδα υποσκελίστηκε από τον Πιτ, τον Ντε Νίρο, την Βέφα και την Καλομοίρα! Αυτοί είμαστε; Ή μήπως αυτοί καταντήσαμε να δείχνουμε;
Άντε, η ανάγνωση να μου πήρε κανένα τέταρτο. Εκατό λεπτά λιγότερο από την ηχηρή πατάτα που έπαιζε στο μηχάνημα.
Ο τύπος έχει χάσει την χρησιμότητά του. Έχει πάψει να ενημερώνει. Και δεν φταίνε οι συντελεστές ή οι εκδότες. Το ίδιο το σύστημα έχει οδηγήσει σε αυτή την κατάσταση. Στην παρατεταμένη αλλοτρίωση.
Σιγά τα νέα...
Χρόνια διατηρώ αυτή την υποψία. Δεν πρόκειται για κάτι νέο ή ξαφνικό. Πιθανόν να μην συμμετείχα στο όλο ρεύμα εθελοντικής αποχαύνωσης. Στη διαδικασία συλλογής, στις βιβλιοθήκες, στις δισκοθήκες ή στις ταινιοθήκες.
Όμως οι ενδείξεις ήταν τόσο καιρό μπροστά στα μάτια μας.
Στα τρέηλερ!
Τρίτη βράδυ επέστρεψα σπίτι. Έκτοτε φρόντισα να δίνω σημασία στις διαφημίσεις. Κυρίως των εφημερίδων.
Από το απόγευμα Τετάρτης, όλοι οι μεγάλοι παίκτες παρουσίαζαν την πραμάτεια τους για την ερχόμενη Κυριακή. Το σκηνικό δεν θύμιζε απλά βίντεο κλαμπ. Είχε απευθείας παραπομπές.
Μια από δαύτες, που ουσιαστικά καθιερώθηκε από τα DVD της, είχε κάνει ένα βήμα παραπάνω. Δεν έδινε απλά μια εμπορική ταινία. Την συνόδευε και από τις δύο συνέχειες. Πακέτο!
Άλλη μία, από τις εγκυρότερες ειδησεογραφικά έδειχνε χωρίς ίχνος εκφώνησης πλάνα από τις δυο υπερπαραγωγές για όλα τα γούστα!
Παρόμοιο κλίμα και στις υπόλοιπες. Άλλες μια ταινία και καλή, άλλες πάρε ότι γουστάρεις με πέντε μόνο ευρώ!
Κάπως έναλλακτική, μια σχετικά καινούρια. Όχι πως δεν έδινε ταινία, προς Θεού! Απλά, ίσως επειδή δεν πρόλαβε να κλείσει εργολαβία με μεγάλο κινηματογραφικό στούντιο, πόνταρε σε.... ένα βιβλίο. Τις αναμνήσεις μιας ξεχασμένης στάρλετ της εφήμερης πολιτικής σκανδαλολογίας. Μέχρι εκεί. Τσόντα είναι η σωστή λέξη, ανεξαρτήτως ορισμού!
Κατεβαίνοντας στο περίπτερο ανακάλυψα κάποιες μικρότερες. Ακολουθώντας μια διαφορετική, παλιά μόδα, εξακολουθούσαν να προσφέρουν πορνό. Έτσι, πρωτοσέλιδο μπορούσε να γράφει π.χ. για την εθνική οικονομία και χαμηλά στην ζελατίνα να σε κάρφωνε κάποια τελειωμένη σιλικονάτη καμπαρετζού!
Πολυφωνία ή μη, η αγαμία ανένδοτη!
Ίχνος ειδήσεων ή περιεχομένων.
Μονάχα μια απέραντη βόλτα στο Χόλυγουντ.
«Εντελώς δωρεάν».
Θέλετε αποδείξεις;
Ρίξτε το στην τηλεθέαση και μάλλον θα καταλήξουμε στα ίδια.
Σιγά τα νέα...
Όσα στοιχεία μπορεί να αντλήσει κάποιος παρατηρώντας τις διαφημίσεις σε μια κοινωνία, άλλα τόσα θα καταφέρει διερευνώντας τον τύπο της.
Υποθέτω πως όχι απλά βαδίζουμε. Ζούμε! Που ακριβώς;
Στην κοινωνία του ποπ κορν!
Μασουλάμε και καταπίνουμε ότι υπάρχει στο σακουλάκι.
Δεν μεταβάλλονται οι συνήθειες. Τα σακουλάκια ανανεώνονται.
Καλό ή κακό;
Για ποιόν με περάσατε; Για τον φωτεινό παντογνώστη;
Που να ξέρω, παίζω κι εγώ με τα άλλα παιδάκια.
Όμως αποστρέφομαι τους ομοιόμορφους κόσμους.
Τι να κάνεις μια κοινωνία γεμάτη διανοούμενους ή ηλίθιους, προοδευτικούς ή συντηρητικούς από την στιγμή που δεν σου δίνεται η δυνατότητα να διαλέξεις ράτσα;
Κάπως μου κάνει.
Την μία Espresso, την άλλη Ριζοσπάστη και μετά ο Κόσμος του Επενδυτή!
Από την στιγμή που δεν νοιάζεται κανείς για το περιεχόμενο, ακούγεται λογικό. Υγιές δεν είναι!
Αντί επιλόγου, εκτεθειμένος στα τηλεοπτικά σποτ και κατόπιν ώριμης σκέψης, άρτιας καταναλωτικής συμπεριφοράς, τα έβαλα κάτω και αποφάσισα να αγοράσω το περιοδικό που δίνει τον «Ράφτη του Παναμά».
Σιγά τα νέα...
Το περιοδικό απευθύνεται... σε εγκύους και νέες μαμάδες!

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

Η γριά και τα σαλιγκάρια (πρώτο μέρος)

Να το φτιάξω λίγο. Τα χοντρά τουλάχιστον!

Βγήκε περισσότερο χάλια από όσο υπολόγιζα.

Οι άτυχοι που το διαβάσατε ήδη, έχετε δωρεάν μια δήλωση μεταμέλειας!